AbbruchquoteΓένος: (f)

Γερμανικά: Abbruchquote , Ελληνικά: ποσοστό πρόωρης διακοπής επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:

ArbeitsförderungΓένος: (f)

Γερμανικά: Arbeitsförderung , Ελληνικά: προώθηση της απασχόλησης
Θεματικά πεδία:

ArbeitslosigkeitΓένος: (f)

Γερμανικά: Arbeitslosigkeit , Ελληνικά: ανεργία
Θεματικά πεδία:

ArbeitsmarktΓένος: (m)

Γερμανικά: Arbeitsmarkt , Ελληνικά: αγορά εργασίας
Θεματικά πεδία:

ArbeitsmarktintegrationΓένος: (f)

Γερμανικά: Arbeitsmarktintegration , Ελληνικά: ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας
Θεματικά πεδία:

ArbeitsweltΓένος: (f)

Γερμανικά: Arbeitswelt , Ελληνικά: εργασιακό περιβάλλον
Θεματικά πεδία:

AusbilderΓένος: (m) - Θηλυκό: Ausbilderin

Γερμανικά: Ausbilder , Ελληνικά: εκπαιδευτής
Θεματικά πεδία:

AusbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: Ausbildung , Ελληνικά: επαγγελματική κατάρτιση
Θεματικά πεδία:

AusbildungsbetriebΓένος: (m)

Γερμανικά: Ausbildungsbetrieb , Ελληνικά: επιχείρηση παροχής υπηρεσιών κατάρτισης
Θεματικά πεδία:

AusbildungsförderungΓένος: (f)

Γερμανικά: Ausbildungsförderung , Ελληνικά: επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:

AusbildungsplatzΓένος: (m)

Γερμανικά: Ausbildungsplatz , Ελληνικά: θέση επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:

AusbildungssystemΓένος: (n)

Γερμανικά: Ausbildungssystem , Ελληνικά: σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:

AuszubildenderΓένος: (m) - Θηλυκό: Auszubildende

Γερμανικά: Auszubildender , Ελληνικά: εκπαιδευόμενος
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Kurzform: Azubi

Ελληνικά - Επεξήγηση:

berufliche BildungΓένος: (f)

Γερμανικά: berufliche Bildung , Ελληνικά: επαγγελματική εκπαίδευση
Θεματικά πεδία:

berufliche EingliederungΓένος: (f)

Γερμανικά: berufliche Eingliederung , Ελληνικά: επαγγελματική ένταξη
Θεματικά πεδία:

berufliche IntegrationΓένος: (f)

Γερμανικά: berufliche Integration , Ελληνικά: επαγγελματική ενσωμάτωση
Θεματικά πεδία:

BerufsausbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: Berufsausbildung , Ελληνικά: επαγγελματική κατάρτιση
Θεματικά πεδία:

BerufsberatungΓένος: (f)

Γερμανικά: Berufsberatung , Ελληνικά: συμβουλευτική επαγγελματικού προσανατολισμού
Θεματικά πεδία:

BerufsorientierungΓένος: (f)

Γερμανικά: Berufsorientierung , Ελληνικά: επαγγελματικός προσανατολισμός
Θεματικά πεδία:

Berufsvorbereitende BildungsmaßnahmenΓένος: (f/pl)

Γερμανικά: Berufsvorbereitende Bildungsmaßnahmen , Ελληνικά: προπαρασκευαστικά μέτρα επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Abkürzung: BvB. Synonym: berufsvorbereitende Maßnahmen. Als Berufsvorbereitende Bildungsmaßnahme bezeichnet man verschiedene Förderangebote der Bundesagentur für Arbeit zur Berufsorientierung bzw. beruflichen Qualifizierung. Sie richten sich vor allem an schulschwache und sozial benachteiligte Berufseinsteiger, um ihnen den Übergang ins Arbeitsleben, insbesondere die Aufnahme einer Ausbildung, zu erleichtern.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Συντομογραφία: BvB. Συνώνυμο: προπαρασκευαστικά μέτρα για το επάγγελμα. Ως προπαρασκευαστικά μέτρα επαγγελματικής κατάρτισης ορίζονται οι διάφορες προτάσεις υποστήριξης του Ομοσπονδιακού Γραφείου Εύρεσης Εργασίας για τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την επαγγελματική κατάρτιση. Απευθύνονται κυρίως σε εργαζόμενους με περιορισμένη σχολική εκπαίδευση και κοινωνικά μειονεκτούντες εργαζομένους κατώτερης βαθμίδας, για να διευκολύνουν τη μετάβασή τους στην αγορά εργασίας, και ιδιαιτέρως τη λήψη κάποιας επαγγελματικής κατάρτισης.

BerufsvorbereitungsjahrΓένος: (n)

Γερμανικά: Berufsvorbereitungsjahr , Ελληνικά: προπαρασκευαστικό έτος επαγγελματικής κατάρτισης
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Abkürzung: BVJ. Das Berufsvorbereitungsjahr ist eine einjährige schulische Berufsvorbereitende Bildungsmaßnahme (BvB) der Bundesagentur für Arbeit. Das Berufsvorbereitungsjahr ist für Schulabgänger gedacht, die die Vollzeitschulpflicht erfüllt, aber keinen oder einen schlechten Hauptschulabschluss haben. Es richtet sich insbesondere an Lernbeeinträchtigte, sozial Benachteiligte und Verhaltensauffällige, auch Förderschüler kommen infrage. Ziel ist eine Verbesserung der Chancen der Teilnehmenden auf einen erfolgreichen Berufseinstieg.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Συντομογραφία: BVJ. Το προπαρασκευαστικό έτος επαγγελματικής κατάρτισης είναι ένα μονοετές σχολικό, προπαρασκευαστικό μέτρο επαγγελματικής κατάρτισης (BvB) του Ομοσπονδιακού Γραφείου Εύρεσης Εργασίας. Το προπαρασκευαστικό έτος επαγγελματικής κατάρτισης απευθύνεται σε άτομα που έχουν διακόψει το σχολείο, αλλά έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική σχολική φοίτηση και δεν έχουν απολυτήριο ή δεν έχουν καλό βαθμό απόλυσης. Προσανατολίζεται κυρίως σε άτομα με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες, καθώς και σε μαθητές και μαθήτριες ειδικής αγωγής. Στόχος του είναι η βελτίωση των ευκαιριών των συμμετεχόντων, έτσι ώστε να ανελιχθούν επιτυχώς στον επαγγελματικό τομέα.

BerufswahlΓένος: (f)

Γερμανικά: Berufswahl , Ελληνικά: επιλογή επαγγέλματος
Θεματικά πεδία:

BeschäftigungΓένος: (f)

Γερμανικά: Beschäftigung , Ελληνικά: απασχόληση
Θεματικά πεδία:

BeschäftigungsfähigkeitΓένος: (f)

Γερμανικά: Beschäftigungsfähigkeit , Ελληνικά: απασχολησιμότητα
Θεματικά πεδία:

betriebliche AusbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: betriebliche Ausbildung , Ελληνικά: μαθητεία σε επιχείρηση
Θεματικά πεδία:

Bundesagentur für ArbeitΓένος: (f)

Γερμανικά: Bundesagentur für Arbeit , Ελληνικά: Ομοσπονδιακό Γραφείο Εύρεσης Εργασίας
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Abkürzung: BA. Synomym: Arbeitsagentur. Umgangssprachlich: Arbeitsamt. Die Bundesagentur für Arbeit […] erbringt Leistungen für den Arbeitsmarkt. Hauptaufgaben sind [u.a.]: Arbeitsvermittlung, Arbeitsmarktberatung, Berufsberatung (für Jugendliche und Erwachsene) in Berufsinformationszentren, […], Zahlung von Entgeltersatzleistungen, Arbeitslosengeld bei Arbeitslosigkeit, Arbeitslosengeld bei Weiterbildung […], Förderung der beruflichen Weiterbildung, Gründungszuschuss für Existenzgründer […], Förderung der Berufsausbildung […], Berufsvorbereitende Bildungsmaßnahmen (BvB) [usw.]. Die Dienststellen der BA auf regionaler Ebene werden als „Regionaldirektionen“ bezeichnet, auf lokaler Ebene als „Agenturen für Arbeit“.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Συντομογραφία: BA. Συνώνυμο: Υπηρεσία Απασχόλησης. Στην καθομιλουμένη: Γραφείο Εύρεσης Εργασίας. Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Εύρεσης Εργασίας […] προσφέρει παροχές για την αγορά εργασίας. Βασικές αρμοδιότητές του είναι [μεταξύ άλλων]: μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας, συμβουλευτική σχετικά με την αγορά εργασίας, επαγγελματική συμβουλευτική (για νέους και ενήλικες) σε κέντρα παροχής επαγγελματικών πληροφοριών, […], καταβολή πρόσθετων αποζημιώσεων, του επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση ανεργίας, του επίδόματος ανεργίας σε περίπτωση μετεκπαίδευσης […], υποστήριξη της επαγγελματικής μετεκπαίδευσης, επιδοτήσεις για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων […], υποστήριξη της επαγγελματικής κατάρτισης […], προπαρασκευαστικά μέτρα επαγγελματικής κατάρτισης (BvB) [κτλ.]. Οι υπηρεσίες του Ομοσπονδιακού Γραφείου Εύρεσης Εργασίας σε περιφερειακό επίπεδο θεωρούνται "περιφερειακές διευθύνσεις", σε τοπικό επίπεδο "Γραφεία Εύρεσης Εργασίας".

duale AusbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: duale Ausbildung , Ελληνικά: διττή κατάρτιση
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Synonym für duale Berufsausbildung.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

duale BerufsausbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: duale Berufsausbildung , Ελληνικά: διττή επαγγελματική κατάρτιση
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Synonym für duale Ausbildung. Die betriebliche - oder auch duale Ausbildung - ist die bekannteste Ausbildungsform und findet an zwei Lernorten statt: Im Betrieb und an einer Berufsschule.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Συνώνυμο της διττής κατάρτισης. Η επιχειρησιακή - ή διττή κατάρτιση - αποτελεί την πιο γνωστή μορφή κατάρτισης και λαμβάνει χώρα σε δύο χώρους μάθησης: Στην επιχείρηση και σε μια επαγγελματική σχολή.

duales SystemΓένος: (n)

Γερμανικά: duales System , Ελληνικά: διττό σύστημα
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

In der Berufsausbildung: Die meisten staatlich anerkannten Ausbildungsberufe – aktuell etwa 350 – sind in Deutschland nach dem dualen System aufgebaut. „Dual“ beschreibt eine zweigeteilte Form der Ausbildung an 2 verschiedenen Ausbildungsorten: theoretisches Fachwissen wird in der Berufsschule erlernt, praktische Kenntnisse und Fertigkeiten im Betrieb.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Eingliederung in das BerufslebenΓένος: (f)

Γερμανικά: Eingliederung in das Berufsleben , Ελληνικά: επαγγελματική ένταξη
Θεματικά πεδία:

Eingliederung in den ArbeitsmarktΓένος: (f)

Γερμανικά: Eingliederung in den Arbeitsmarkt , Ελληνικά: ένταξη στην αγορά εργασίας
Θεματικά πεδία:

FortbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: Fortbildung , Ελληνικά: επιμόρφωση
Θεματικά πεδία:

Hartz IV

Γερμανικά: Hartz IV , Ελληνικά: ελάχιστο διασφαλισμένο εισόδημα για ανέργους
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Das Arbeitslosengeld II (kurz: ALG II; ugs. meistens „Hartz IV“ genannt) ist eine finanzielle Grundsicherung für Arbeitssuchende in Deutschland. Sie soll dazu beitragen, dass die Empfänger ihren Lebensunterhalt und den ihrer Angehörigen bestreiten können.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Το επίδομα ανεργίας II (συντομογραφία: ALG II, στην καθομιλουμένη ονομάζεται συχνότερα „Hartz IV“ (ελάχιστο διασφαλισμένο εισόδημα για ανέργους) είναι οι ελάχιστες οικονομικές παροχές για άτομα που αναζητούν εργασία. Βοηθά τον παραλήπτη να καλύψει τα έξοδα διαβίωσής του αλλά και των οικείων του.

Hartz IV-BezieherΓένος: (m) - Θηλυκό: Hartz IV-Bezieherin

Γερμανικά: Hartz IV-Bezieher , Ελληνικά: δικαιούχος άνεργος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Empfänger/-in von Arbeitslosengeld II (umgangssprachlich "Hartz IV")

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Παραλήπτης του επιδόματος ανεργίας ΙΙ (στην καθομιλουμένη "Hartz IV"(ελάχιστο διασφαλισμένο εισόδημα για ανέργους)

Integration in die ArbeitsweltΓένος: (f)

Γερμανικά: Integration in die Arbeitswelt , Ελληνικά: ενσωμάτωση στον εργασιακό κόσμο
Θεματικά πεδία:

JobcenterΓένος: (n)

Γερμανικά: Jobcenter , Ελληνικά: κέντρο/γραφείο εύρεσης εργασίας
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

In der Regel ist das Jobcenter eine gemeinsame Einrichtung von Agentur für Arbeit und Kommune. Es betreut die Bezieher von Arbeitslosengeld II. Aufgaben: Leistungsgewährung und Vermittlung in Arbeit.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Το κέντρο εύρεσης εργασίας είναι συνήθως ένα κοινό ίδρυμα του Γραφείου Εύρεσης Εργασίας και των δήμων. Μεριμνά για τους παραλήπτες του επιδόματος ανεργίας ΙΙ. Αρμοδιότητες: Χορήγηση παροχών και μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας.

JugendarbeitslosigkeitΓένος: (f)

Γερμανικά: Jugendarbeitslosigkeit , Ελληνικά: νεανική ανεργία
Θεματικά πεδία:

JugendarbeitsschutzΓένος: (m)

Γερμανικά: Jugendarbeitsschutz , Ελληνικά: προστασία των νέων/ανηλίκων στην εργασία
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Das Jugendarbeitsschutzgesetz (JArbSchG) regelt in Deutschland die Beschäftigung von Personen, die noch nicht 18 Jahre alt sind, z.B. in der Berufsausbildung oder als Arbeitnehmer/-in. Es enthält Regelungen zu Arbeitszeit, Ruhezeiten, Freizeit, Urlaub und Arbeitsbedingungen.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Ο νόμος για την προστασία των νέων/ανηλίκων στην εργασία (JArbSchG) ορίζει την απασχόληση ατόμων που δεν έχουν κλείσει το 18ο έτος, π.χ. κατά την επαγγελματική τους κατάρτιση ή ως εργαζόμενοι/εργαζόμενες. Περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τον χρόνο απασχόλησης, ανάπαυσης, για τον ελεύθερο χρόνο, τις διακοπές και τους όρους εργασίας.

JugendberufshilfeΓένος: (f)

Γερμανικά: Jugendberufshilfe , Ελληνικά: επαγγελματική βοήθεια για τη νεολαία
Θεματικά πεδία:

JugendbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: Jugendbildung , Ελληνικά: εκπαίδευση των νέων
Θεματικά πεδία:

JugendbildungsreferentΓένος: (m) - Θηλυκό: Jugendbildungsreferentin

Γερμανικά: Jugendbildungsreferent , Ελληνικά: σύμβουλος σε θέματα εκπαίδευσης
Θεματικά πεδία:

JugendinformationΓένος: (f)

Γερμανικά: Jugendinformation , Ελληνικά: πληροφορίες για τους νέους
Θεματικά πεδία:

JugendinformationszentrumΓένος: (n)

Γερμανικά: Jugendinformationszentrum , Ελληνικά: Κέντρο Πληροφόρησης Νέων (ΚΠΝ)
Θεματικά πεδία:

JungunternehmerΓένος: (m) - Θηλυκό: Jungunternehmerin

Γερμανικά: Jungunternehmer , Ελληνικά: νέος επιχειρηματίας
Θεματικά πεδία:

JungunternehmertumΓένος: (n)

Γερμανικά: Jungunternehmertum , Ελληνικά: νεανική επιχειρηματικότητα
Θεματικά πεδία:

kommunale BildungslandschaftΓένος: (f)

Γερμανικά: kommunale Bildungslandschaft , Ελληνικά: συνέργειες τοπικών φορέων για την παιδεία
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Kommunale Bildungslandschaften sind langfristige, professionell gestaltete, auf gemeinsames, planvolles Handeln abzielende, kommunalpolitisch gewollte Netzwerke zum Thema Bildung, die formale Bildungsorte und informelle Lernwelten umfassen und sich auf einen definierten lokalen Raum beziehen.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Οι συνεργείες τοπικών φορέων για την παιδεία είναι τοπικές οργανώσεις σχολείων, παιδικών σταθμών και εξωσχολικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Kompetenznachweis KulturΓένος: (m)

Γερμανικά: Kompetenznachweis Kultur , Ελληνικά: πιστοποιητικό συμμετοχής σε δράσεις εικαστικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Abkürzung: KNK. Der Kompetenznachweis Kultur ist ein Bildungspass, der an Jugendliche ab zwölf Jahren vergeben wird, wenn sie an künstlerischen und kulturpädagogischen Angeboten teilgenommen haben.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Συντομογραφία: KNK. Το πιστοποιητικό συμμετοχής σε δράσεις εικαστικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα είναι ένα εκπαιδευτικό πιστοποιητικό που χορηγείται σε νέους από δώδεκα ετών λόγω της συμμετοχής τους σε δράσεις εικαστικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα.

lebenslanges LernenΓένος: (n)

Γερμανικά: lebenslanges Lernen , Ελληνικά: δια βίου μάθηση
Θεματικά πεδία:

LernangebotΓένος: (f)

Γερμανικά: Lernangebot , Ελληνικά: μαθησιακή πρόταση
Θεματικά πεδία:

lokale BildungslandschaftΓένος: (f)

Γερμανικά: lokale Bildungslandschaft , Ελληνικά: τοπικό εκπαιδευτικό τοπίο
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Lokale Bildungslandschaften sind langfristige, professionell gestaltete, auf gemeinsames, planvolles Handeln abzielende, kommunalpolitisch gewollte Netzwerke zum Thema Bildung, die formale Bildungsorte und informelle Lernwelten umfassen und sich auf einen definierten lokalen Raum beziehen.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Τα τοπικά εκπαιδευτικά τοπία είναι μακροπρόθεσμα, επαγγελματικά διαμορφωμένα δίκτυα τοπικής αυτοδιοίκησης με τη μορφή από κοινού οργανωμένων δράσεων, με θέμα την εκπαίδευση, που περιλαμβάνουν τους επίσημους εκπαιδευτικούς χώρους και τους ανεπίσημους κόσμους μάθησης και αναφέρονται σε έναν τοπικά συγκεκριμένο χώρο.

Mobilität zu LernzweckenΓένος: (f)

Γερμανικά: Mobilität zu Lernzwecken , Ελληνικά: κινητικότητα για μαθησιακούς σκοπούς
Θεματικά πεδία:

MobilitätsberatungΓένος: (f)

Γερμανικά: Mobilitätsberatung , Ελληνικά: συμβουλευτική περί κινητικότητας
Θεματικά πεδία:

MobilitätserfahrungΓένος: (f)

Γερμανικά: Mobilitätserfahrung , Ελληνικά: εμπειρίες κινητικότητας
Θεματικά πεδία:

MobilitätslotseΓένος: (m) - Θηλυκό: Mobilitätslotsin

Γερμανικά: Mobilitätslotse , Ελληνικά: σύμβουλος κινητικότητας
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Weiterbildungsangebot von Eurodesk Deutschland: ein Mobilitätslotse informiert und berät Jugendliche neutral zu den vielfältigen Möglichkeiten, einen begrenzten Zeitraum im Ausland zu verbringen.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Πρόταση μετεκπαίδευσης από το Eurodesk Γερμανίας: Ο σύμβουλος κινητικότητας ενημερώνει και συμβουλεύει αντικειμενικά τους νέους σχετικά με τις ποικίλες δυνατότητες να περάσουν ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό.

Nachweise InternationalΓένος: (m/pl)

Γερμανικά: Nachweise International , Ελληνικά: Σύστημα διεθνών πιστοποιητικών
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Die Nachweise International sind ein mehrteiliges Nachweissystem in Deutschland, das die Teilnahme, das Engagement sowie die gezeigten Kompetenzen von Jugendlichen bei internationalen Begegnungs- und Austauschprojekten dokumentiert. Das Instrument verdeutlicht die Lernerfahrungen, Fähigkeiten und Kompetenzen Jugendlicher und kann für Bewerbungen genutzt werden.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Το σύστημα διεθνών πιστοποιητικών είναι ένα πολυμερές σύστημα πιστοποιητικών στη Γερμανία, που καταγράφει τη συμμετοχή, τη δραστηριοποίηση και τις αποκτηθείσες δεξιότητες των νέων σε διεθνή προγράμματα συνάντησης και ανταλλαγής. Το εν λόγω μέσο διασαφηνίζει τις εμπειρίες μάθησης, τις δεξιότητες και ικανότητες των νέων και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αιτήσεις πρόσληψης.

NEETs

Γερμανικά: NEETs , Ελληνικά:
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Jugendliche, die nicht in Arbeit, Schul- oder Berufsausbildung sind

Offene UniversitätΓένος: (f)

Γερμανικά: Offene Universität , Ελληνικά: ανοικτό πανεπιστήμιο
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

auch: Open University. Offenes Studienangebot für jedermann, digitales Lernangebot. Die Nutzer/-innen können die frei zur Verfügung stehenden Lernmaterialien nutzen und sich in offenen Gruppen darüber austauschen.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Ένα ανοικτό πανεπιστήμιο (στα αγγλικά: open university) προσφέρει ανοικτά διαδικτυακά προγράμματα σπουδών για όλους. Οι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιήσουν το διδακτικό υλικό, το οποίο διατίθεται ελεύθερα, και να ανταλλάξουν ιδέες σε ανοικτές ομάδες.

PraktikantΓένος: (m) - Θηλυκό: Praktikantin

Γερμανικά: Praktikant , Ελληνικά: εκπαιδευόμενος, ασκούμενος
Θεματικά πεδία:

PraktikumΓένος: (n)

Γερμανικά: Praktikum , Ελληνικά: πρακτική άσκηση
Θεματικά πεδία:

SchulabbrecherΓένος: (m) - Θηλυκό: Schulabrecherin

Γερμανικά: Schulabbrecher , Ελληνικά: διαρρέων μαθητής
Θεματικά πεδία:

SchulabbruchΓένος: (m)

Γερμανικά: Schulabbruch , Ελληνικά: μαθητική διαρροή, πρόωρη αποχώρηση από το σχολείο
Θεματικά πεδία:

SchulabgängerΓένος: (m) - Θηλυκό: Schulabgängerin

Γερμανικά: Schulabgänger , Ελληνικά: απόφοιτος
Θεματικά πεδία:

SchulabschlussΓένος: (m)

Γερμανικά: Schulabschluss , Ελληνικά: απολυτήριο
Θεματικά πεδία:

VolkshochschuleΓένος: (f)

Γερμανικά: Volkshochschule , Ελληνικά: δημόσιο σχολείο για ενήλικες
Θεματικά πεδία:

WeiterbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: Weiterbildung , Ελληνικά: μετεκπαίδευση
Θεματικά πεδία:

weiterführende SchuleΓένος: (f)

Γερμανικά: weiterführende Schule , Ελληνικά: σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Θεματικά πεδία:

ZertifikatΓένος: (n)

Γερμανικά: Zertifikat , Ελληνικά: πιστοποιητικό
Θεματικά πεδία:

ZertifizierungΓένος: (f)

Γερμανικά: Zertifizierung , Ελληνικά: πιστοποίηση
Θεματικά πεδία:

Zweiter ArbeitsmarktΓένος: (m)

Γερμανικά: Zweiter Arbeitsmarkt , Ελληνικά: παράλληλη, επιδοτούμενη αγορά εργασίας
Θεματικά πεδία:

Zweiter BildungswegΓένος: (m)

Γερμανικά: Zweiter Bildungsweg , Ελληνικά: εκπαίδευση δεύτερης ευκαιρίας
Θεματικά πεδία:

Übergang in Ausbildung und ArbeitΓένος: (m)

Γερμανικά: Übergang in Ausbildung und Arbeit , Ελληνικά: μετάβαση στην κατάρτιση και στην εργασία
Θεματικά πεδία:

Übergang in den BerufΓένος: (m)

Γερμανικά: Übergang in den Beruf , Ελληνικά: μετάβαση στην αγορά εργασίας
Θεματικά πεδία:

Übergangssystem Schule - BerufΓένος: (n)

Γερμανικά: Übergangssystem Schule - Beruf , Ελληνικά: σύστημα μετάβασης από το σχολείο στην εργασία
Θεματικά πεδία:

überbetriebliche AusbildungΓένος: (f)

Γερμανικά: überbetriebliche Ausbildung , Ελληνικά: διεπιχειρησιακή κατάρτιση
Θεματικά πεδία:
Γερμανικά - Επεξήγηση:

Die überbetriebliche Ausbildung ist ein Element des Dualen Systems, das die Ausbildungselemente Betrieb und Berufsschule ergänzt. Sie deckt die Ausbildungsbereiche ab, die von einem einzelnen Betrieb nicht geleistet werden können, weil er beispielsweise nicht über die entsprechenden Maschinen oder das dazu nötige Personal verfügt.

Ελληνικά - Επεξήγηση:

Η διεπιχειρησιακή κατάρτιση είναι στοιχείο του διττού συστήματος, που αλληλοσυμπληρώνει τα στοιχεία κατάρτισης στην επιχείρηση και στην επαγγελματική σχολή. Καλύπτει τους τομείς κατάρτισης, που δεν παρέχονται από κάποια μεμονωμένη επιχείρηση, διότι δεν διαθέτει, για παράδειγμα, τα κατάλληλα μηχανήματα ή το απαραίτητο προσωπικό.

Begleiten Sie uns

RSS-Feed abonnieren IJAB auf Facebook IJAB-Alumni-Gruppe auf Facebook IJAB auf Twitter IJAB auf YouTube

Newsletter