Betreuung词性: (f)

希腊语: φροντίδα, υποστήριξη, εποπτεία, παιδική μέριμνα , 中文: 照管, 陪同, 陪护, 护理, 组织
主题领域:

Betreuungsangebot词性: (n)

希腊语: υπηρεσίες φροντίδας, υπηρεσίες παιδικής μέριμνας , 中文: 照管(青少年儿童的)服务
主题领域:

Betreuungsbedarf词性: (m)

希腊语: ανάγκη για φροντίδα, ανάγκη για παιδική μέριμνα, ζήτηση θέσεων σε ιδρύματα φροντίδας, ζήτηση θέσεων σε ιδρύματα παιδικής μέριμνας , 中文: 照管方面的需求
主题领域:

Betreuungsplatz词性: (m)

希腊语: θέση σε ίδρυμα φροντίδας, θέση σε ίδρυμα παιδικής μέριμνας , 中文: (幼儿园的)看护服务名额, 入托名额
主题领域:

Betreuungsumfang词性: (m)

希腊语: εύρος φροντίδας, εύρος παιδικής μέριμνας , 中文: 看护范围
主题领域:

Betreuungszeiten词性: (f/pl)

希腊语: ωράριο φροντίδας, ωράριο παιδικής μέριμνας, ώρες λειτουργίας ιδρυμάτων παιδικής μέριμνας , 中文: 看护时间
主题领域:

Elternarbeit词性: (f)

希腊语: συνεργασία με τους γονείς, συμμετοχή των γονέων , 中文: (教育方面的)家长工作
主题领域:
德文 - 释义:

Arbeit mit Eltern. Elternarbeit wird definiert als die Zusammenarbeit von pädagogischen Einrichtungen und Eltern mit dem Ziel, mögliche Spannungen zwischen institutioneller und familiärer Erziehung zu verringern und durch die Unterstützung der Eltern die Erziehungserfolge zu erhöhen.

中文 - 释义:

指的是与父母一起开展的工作。该工作的定义是:让父母与教育机构进行合作,其目标是缓解教育机构和家庭教育之间的紧张关系,通过对父母提供支持,让教育变得更加成功。

Elternbeitrag词性: (m)

希腊语: γονική εισφορά , 中文: 父母支付的费用(例如托儿所)
主题领域:

Elterninitiative词性: (f)

希腊语: πρωτοβουλία γονέων , 中文: 家长自发组织, 家长自发行动
主题领域:
德文 - 释义:

Allgemein: Zusammenschluss von Eltern mit dem Ziel, etwas Bestimmtes durchzusetzen. Elterninitiativen entstanden in Deutschland aufgrund des Mangels an Kindergartenplätzen oder Krippenplätzen oder aufgrund von Unzufriedenheit mit der Qualität der vorhandenen Einrichtungen. In vielen Fällen entstanden aus diesen Elterninitiativen eingetragene Vereine, die als Träger einer Kindertagesstätte tätig sind.

中文 - 释义:

一般指的是:父母之间联合行动,以实现特定目标。家长自发行动(或组织)产生的原因是:幼儿园或托儿所名额不足,或者人们对已有机构的质量感到不满。许多情况下,家长自发行动,会让他们成立自己的协会,而这些协会机构提供儿童看护服务。

Erzieher词性: (m) - 阴性: Erzieherin

希腊语: παιδαγωγός , 中文: 幼儿教育工作者, 幼师, 青少年儿童教育工作者
主题领域:

Erziehung词性: (f)

希腊语: αγωγή, διαπαιδαγώγηση , 中文: 教育
主题领域:

Fachakademie für Sozialpädagogik词性: (f)

希腊语: Ακαδημία Κοινωνικής Παιδαγωγικής (Fachakademie für Sozialpädagogik) , 中文: 社会教育学专科学校
主题领域:
德文 - 释义:

Berufsfachschule für Erzieherinnen und Erzieher in Bayern

中文 - 释义:

巴伐利亚培养幼师的职业专科学校

Frühförderung词性: (f)

希腊语: πρώιμη εκπαίδευση , 中文: 早期疗育
主题领域:

frühkindliche Betreuung词性: (f)

希腊语: προσχολική υποστήριξη , 中文: 幼儿照管(看护、陪护)
主题领域:

frühkindliche Bildung词性: (f)

希腊语: προσχολική εκπαίδευση , 中文: 幼儿教育
主题领域:

frühkindliche Erziehung词性: (f)

希腊语: προσχολική αγωγή , 中文: 幼儿教育
主题领域:

frühkindliche Integrationsförderung词性: (f)

希腊语: ενίσχυση της ενσωμάτωσης στην προσχολική ηλικία , 中文: 幼儿时期的融合促进措施
主题领域:

frühkindliche Sprachförderung词性: (f)

希腊语: ενίσχυση της εκμάθησης ξένης γλώσσας στην προσχολική ηλικία , 中文: 幼儿时期的语言促进措施
主题领域:

Frühpädagogik词性: (f)

希腊语: προσχολική παιδαγωγική , 中文: 幼儿教育学
主题领域:

Ganztagsbetreuung词性: (f)

希腊语: ολοήμερη υποστήριξη , 中文: 全日制看护
主题领域:

Ganztagsplatz词性: (m)

希腊语: ολοήμερη φύλαξη , 中文: 全托位置
主题领域:
德文 - 释义:

Für die Betreuung von Kindern in Kinderkrippen, Kindertagesstätten oder bei Tagesmüttern/Tagesvätern werden in Deutschland Plätze mit unterschiedlichem Betreuungsumfang angeboten. Ein Ganztagsplatz bedeutet eine Betreuung von mehr als 35 Stunden pro Woche (bis zu 45 Stunden).

中文 - 释义:

托儿所、儿童日间看管机构或儿童日间保育员为儿童提供看护,看护范围各个地方有所不同。一个全托位置,意味着儿童一周可以获得35个小时以上的看护(最高不超过45个小时)。

Jugendamt词性: (n)

希腊语: Υπηρεσία Προστασίας Ανηλίκων , 中文: 青少年事务局
主题领域:
德文 - 释义:

Jeder örtliche Träger der Kinder- und Jugendhilfe (i.d.R. kreisfreie Städte und Landkreise) muss ein Jugendamt errichten. Das Jugendamt erfüllt Aufgaben der Kinder- und Jugendhilfe nach §2 SGB VIII.

中文 - 释义:

青少年儿童专业工作各个地方性机构(通常是州区、不隶属于州区的独立市)必须成立一个青少年事务局。青少年事务局根据社法典第八卷第2条的规定,完成青少年儿童专业工作的任务。

Jugendamtsleiter词性: (m) - 阴性: Jugendamtsleiterin

希腊语: διευθυντής υπηρεσίας προστασίας ανηλίκων , 中文: 青少年事务局局长
主题领域:

Kinderbetreuung词性: (f)

希腊语: υποστήριξη παιδιών , 中文: 儿童照料、照顾、看护
主题领域:

Kindererziehung词性: (f)

希腊语: αγωγή, διαπαιδαγώγηση των παιδιών , 中文: 儿童教育
主题领域:

Kindergarten词性: (m)

希腊语: νηπιαγωγείο , 中文: 幼儿园
主题领域:

Kinderkrippe词性: (f)

希腊语: βρεφονηπιακός σταθμός , 中文: 托儿所
主题领域:

Kinderpfleger词性: (m) - 阴性: Kinderpflegerin

希腊语: βρεφονηπιοκόμος , 中文: (协助幼儿教育工作者、社会工作者等人的)护理和教育婴儿与幼儿的工作人员
主题领域:

Kindertagesbetreuung词性: (f)

希腊语: υποστήριξη παιδιών , 中文: 儿童日间照管, 儿童日间托管
主题领域:

Kindertageseinrichtung词性: (f)

希腊语: παιδικός σταθμός , 中文: 儿童日间照管机构
主题领域:
德文 - 释义:

Synonym: Kindertagesstätte

中文 - 释义:

Kindertagespflege词性: (f)

希腊语: ίδρυμα φύλαξης παιδιών , 中文: 儿童日间照管和护理
主题领域:

Kindertagesstätte词性: (f)

希腊语: παιδικός σταθμός , 中文: 儿童日间照管机构
主题领域:
德文 - 释义:

Synonym: Kindertageseinrichtung

中文 - 释义:

Kita词性: (f)

希腊语: παιδικός σταθμός , 中文: 儿童日间照管机构
主题领域:
德文 - 释义:

Abkürzung für Kindertagesstätte

中文 - 释义:

Krippe词性: (f)

希腊语: βρεφονηπιακός σταθμός , 中文: 托儿所
主题领域:

Lokale Bündnisse für Familie词性: (n/pl)

希腊语: Τοπικές Συνομοσπονδίες για την Οικογένεια , 中文: 地方家庭联盟
主题领域:
德文 - 释义:

In einem Lokalen Bündnis für Familie engagieren sich in Deutschland örtliche Unternehmen, Kammern, Kommunen, Wohlfahrtsverbände, Träger, Kirchen, Gewerkschaften und Einzelpersonen. Die Vereinbarkeit von Familie und Beruf und der Ausbau der Kinderbetreuung stehen dabei im Mittelpunkt.

中文 - 释义:

地方家庭教育联盟里,当地的企业、商会、乡镇、福利联合会、机构、教会、工会和个人都积极发挥作用。其中心要点为实现家庭和职业的协调性,并扩建儿童看护机构。

Nachmittagsangebote an Schulen词性: (n/pl)

希腊语: απογευματινές προτάσεις δραστηριοτήτων σε σχολεία , 中文: 学校在下午提供的活动、服务
主题领域:

Regelbetreuungsangebot词性: (n)

希腊语: πρόταση τακτικής υποστήριξης , 中文: 受到法律规定的儿童看护服务
主题领域:

Regulationsstörung词性: (f)

希腊语: ρυθμιστική διαταραχή , 中文: 失调症
主题领域:
德文 - 释义:

Unter Regulationsstörungen versteht man in der Entwicklungspsychologie Probleme von Menschen, insbesondere von Kindern und Säuglingen, das eigene Erleben und Verhalten in angemessener Weise zu regulieren. Im Säuglingsalter äußert sich dies etwa durch unstillbares Schreien oder Schlafstörungen.

中文 - 释义:

在发展心理学中,失调症被理解为人们,特别是儿童和婴儿,难以用适当的方式调节他们自己的经历和行为。例如在婴儿期,这一症状表现为无法停止下来的尖叫或睡眠障碍。

Schulkindergarten词性: (m)

希腊语: α) νηπιαγωγείο προσχολικής αγωγής β) νηπιαγωγείο ειδικής αγωγής , 中文: 设立在学校里的幼儿园, 为有特殊辅导需求的儿童(例如残障儿童)设立的辅导班
主题领域:
德文 - 释义:

Ein Schulkindergarten ist in einigen Bundesländern eine schulpädagogische Einrichtung, die schulpflichtige, aber noch nicht schulreife Kinder auf die Schule vorbereitet. In Baden-Württemberg dagegen sind Schulkindergärten vorschulische Einrichtungen für Kinder mit Behinderungen, bei denen erhöhter sonderpädagogischer Förderbedarf festgestellt wurde.

中文 - 释义:

一些联邦州设立了这类学校教育机构,针对的群体是那些要接受学校义务教育、但是尚未到达入学年龄的孩子,这类机构为其提供学前准备。与之相反,在巴符州,这类学前机构针对的群体是残障儿童,这些儿童经证实需要获得更多的特殊教育学辅导。

Tagesbetreuung词性: (f)

希腊语: ημερήσια φροντίδα , 中文: 日间照管、护理
主题领域:

Tageseinrichtung词性: (f)

希腊语: κέντρο ημερήσιας φροντίδας , 中文: 儿童日间照管机构(如幼儿园)
主题领域:

Tagespflege词性: (f)

希腊语: φύλαξη παιδιών , 中文: 日间照管
主题领域:

Tagespflegeperson词性: (f)

希腊语: παιδοκόμος , 中文: 负责日间照管工作的人
主题领域:

Tagesvater词性: (m) - 阴性: Tagesmutter

希腊语: παιδοκόμος , 中文: 儿童日间保育员
主题领域:
德文 - 释义:

Ein Tagesvater oder eine Tagesmutter betreut Kinder (häufig 0-3 Jährige, aber auch darüber hinaus möglich) in seinem/ihrem Privathaushalt. Geregelt wird diese Betreuung durch das SGB VIII und landesrechtliche Bestimmungen. Das Jugendamt prüft die Eignung der Tagesmütter/-väter und stellt Qualifizierung, Beratung und Vermittlung zur Verfügung. Es kann diese Aufgaben aber auch an freie Träger übertragen.

中文 - 释义:

男性或女性的儿童日间保育员,在其私人住所负责照顾儿童(通常0-3岁的儿童,但也可能超过三岁)。社法典第八卷以及各州的法规对此作出了相关规定。青少年局考察儿童日间保育员的能力,并提供资格培训、咨询、介绍服务。青少年局也可以委托自由型机构来完成上述任务。

U3-Ausbau词性: (m)

希腊语: Δημιουργία περισσότερων θέσεων φροντίδας για παιδιά κάτων των 3 ετών , 中文: 针对三岁以下儿童托儿所的扩建
主题领域:
德文 - 释义:

Unter U3-Ausbau versteht man die von der Bundesregierung geförderte Schaffung von mehr Betreuungsplätzen für Kinder unter drei Jahren.

中文 - 释义:

U3-Betreuung词性: (f)

希腊语: Υποστήριξη για παιδιά κάτω των τριών ετών , 中文: 针对三岁以下儿童的保育工作
主题领域:

Vereinbarkeit von Familie und Beruf词性: (f)

希腊语: συμβατότητα επαγγελματικού και οικογενειακού βίου , 中文: 协调家庭与职业关系
主题领域:

Begleiten Sie uns

RSS-Feed abonnieren IJAB auf Facebook IJAB-Alumni-Gruppe auf Facebook IJAB auf Twitter IJAB auf YouTube

Newsletter